
Άνοιξαν την πόρτα και μπήκαν. Τόπος συνάντησης, το γνωστό μαγαζί. Είχε και αυτό αλλάξει με τα χρόνια. Μεγάλωσε, άλλαξε χρώμα, διακόσμηση, καρέκλες, τραπέζια, γκαρσόνια. Ήταν πιο όμορφο μα και πιο κρύο. Δεν ήταν πια το στέκι, ήταν κάτι που του έμοιαζε, όμως δεν ήταν αυτό. Ο Σπύρος έσπασε την αμηχανία της στιγμής: « Μια ώρα μαλάκα και την κάνουμε. Του πούστη, θα αντέξουμε ».
Συνάντηση παλιών συμμαθητών. Ανθρώπων, που πρωταγωνίστησαν σ’ ένα Big Brother, χωρίς κάμερες. Ανθρώπων, που επιλέχθηκαν με μόνο κριτήριο την ηλικία, μπήκαν σε μια τάξη και μοιράστηκαν τις ζωές τους. Ένα παιχνίδι, με νικητές και χαμένους, φιλίες και αντιπάθειες, γέλιο και κλάμα. Και τώρα είναι και πάλι εκεί. Στην επέτειο της κηδείας, της παιδικής τους ηλικίας. Φρίκη.
Ο Νίκος, κάθισε δίπλα στο Σπύρο. Μετά τις πρώτες βαρετές χαιρετούρες, ακολούθησε συζήτηση. Οι κλασσικές ερωτήσεις: « Άλλαξες το μαλλί σου; Τελείωσες τη σχολή; Πού δουλεύεις; Έχει χρήμα; Καμιά γκόμενα; Άντε να το πάρεις το κορίτσι, καιρός είναι ». Πώς γίναμε έτσι; Γιατί γίναμε αυτό που δεν θέλαμε, αυτό που βλέπαμε στους γονείς μας και βγάζαμε καντήλες; Μεγαλώσαμε!
Ο Νίκος κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα δεν περνούσε. Φίλοι, γνωστοί, παλιές γκόμενες, που τώρα ήταν ξένοι, προσποιούνταν τους χαρούμενους που ξανασυναντήθηκαν, στην ουσία όμως, έψαχναν αφορμή να πικάρει ο ένας τον άλλο. Ακολούθησαν οι αναμνήσεις. Καθηγητές, κοπάνες, μαλακίες, πενταήμερη. Η ζωή μας στο σχολείο. Το κλίμα, έγινε λίγο πιο ζεστό. Ο Νίκος δεν άντεξε. Ήθελε να κάνει τη συνάντηση μπουρδέλο και τα κατάφερε: « Σκασμός όλοι. Ερώτηση: Τι θα προτιμούσατε; Το πρόσωπο που αγαπάτε, να πηδιέται μαζί σας και να σκέφτεται ένα άλλο άτομο, ή το αντίστροφο; » Αμηχανία. Πού κόλλαγε αυτό τώρα; Ο Κώστας απάντησε πρώτος. Η Μαρία μετά. Η Ελένη διαφώνησε. Η κουβέντα άναψε, οι τόνοι ανέβηκαν. Αναλύσεις επί αναλύσεων, κόντρες, φιλοσοφίες , παραδείγματα. Ήταν η κατάλληλη στιγμή. Ο Νίκος και ο Σπύρος χαιρέτησαν και έφυγαν. Κανείς δεν ασχολήθηκε. Η κουβέντα συνεχιζόταν.
Κάθισαν σ’ ένα παγκάκι. Ο Σπύρος φούσκωνε και ξεφούσκωνε. « Εγώ φίλε θα ‘θελα να πηδιέται μαζί μου και να σκέφτεται εμένα. Όχι, ότι μπορεί να συμβεί κάτι άλλο δηλαδή, αλλά λέμε τώρα! Εσύ; »
Ο Νίκος δεν πίστευε στην αγάπη. Αγάπη είναι να δίνεις, χωρίς να περιμένεις να πάρεις. Χωρίς να εξαρτάται το δουναι απ’ το λαβειν. Ποιος το κάνει αυτό; Ποιος δεν βλέπει την αγάπη σαν συναλλαγή; Τόσα δίνω, τόσα θέλω, τόσα παίρνω. Δεν κάνεις αυτό, δεν κάνεις το άλλο, άρα δεν μ’ αγαπάς.
Η αγάπη είναι μια πουτάνα. Την πληρώνεις και νομίζεις ότι την έχεις. Της δίνεις, για να σου δώσει. Η μόνη διαφορά είναι ότι η πουτάνα στη Συγγρού, στο ξεκαθαρίζει απ’ την αρχή: « Τόσα θέλω, τόσα θα πάρεις » Η αγάπη όχι.
Η πουτάνα στη Συγγρού είναι πιο αληθινή.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου